Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Miss Izzy - Mύθος ή Πραγματικότητα;



Τόσα χρόνια πίστευα πως οι μόνοι δράκοι με τους οποίους πρέπει να παλέψω, είναι οι δράκοι οι εσωτερικοί, οι πιο προσωπικοί. Αυτοί που μυστικιστικά αναπνέουν και σε γαργαλούν στο κέντρο του στήθους με τις οξείες σπίθες που βγάζουν όταν δυσανασχετούν. Εντάξει... εξέλιξα το μικρό διαβολάκι της συνείδησης και το έκανα τέρας με δέρμα αδιαπέραστο και «αγρόικιο». Μα το έκανα για σένα! Για να μπορέσεις εσύ που με διαβάζεις να δημιουργήσεις λίγο πιο δυναμικές εικόνες, να φύγει το μάτι σου κι ενώ κοιτάς μπροστά, το εύρος της όρασης σου να δρασκελίσει τα φυσιολογικά όρια, να δραπετεύσει. Να είμαστε για μια στιγμή μονάχα, στο ίδιος μήκος. Θα επικεντρωθώ ολοσχερώς σε αυτό που έχω στο μυαλό μου. Θα εκφραστώ ενστικτωδώς, χωρίς ευθείες και μοιρογνωμόνια. Θα κάνω μια αριστοτεχνική βουτιά με το κεφάλι μέσα σε μια μεγάλη αλήθεια...       Οι δράκοι ζουν. 

Τώρα που μεγαλώνω και αρχίζω να κουράζομαι με τις αυλαίες και τις παραστάσεις που έστηνα και αποφάσισα πως την βρίσκω περισσότερο με τα παρασκήνια, καθοδόν λοιπόν προς τα "απόκρυφα", συνειδητοποίησα πως την κουίντα την έχουν κατακλίσει μικροί πράσινοι δράκοντες με δόντια κοφτερά σαν λεπιδούλες. Πρόσεξε, αυτοί είναι οι θεατές του έργου. Είναι οι «θαυμαστές». Είναι αυτοί που μένουν ως το τέλος για το αυτόγραφο.

Βάλε εσύ το ονοματάκι σου, γράψ’το μου, στόλισε το και δώσ’το μου να το κρεμάσω σε περίοπτη θέση στο μεγάλο μπουντρούμι που είμαι κλεισμένος. Και να είσαι σίγουρη θα σε θυμηθώ όταν λυγίσω τα σίδερα και έρθω να σε βρω. Βεβαίως και είμαι ανασφαλής. Μια ζωή την έζησα ανάμεσα σε τοίχους από πέτρες. Οι εικόνες μου πάντα χωρίζονταν με μαύρες κάθετες και οριζόντιες γραμμές, τα κάγκελα. Ο έξω κόσμος στο μυαλό μου ήταν τετράγωνα και έτσι ακαλλιέργητος και πρωτόγονος όπως ήμουν, δεν καταλάβαινα πως αν τα ενώσω, θα σχηματίσω ένα σύνολο. Έμαθα λοιπόν να βλέπω δέντρα και όχι δάση. Έμαθα να σκέφτομαι ρηχά, «κοντά». Το βάθος ήταν μια έννοια γριφώδης. Θα με ρωτήσεις πως δραπέτευσα. Είναι απλό… από σπόντα. Ήρθες εσύ ανόητε ελεύθερε και νόμιζες πως μπορείς να με εξημερώσεις. Πολλές φορές μου άνοιξες μόνος σου την πόρτα, δεν χρειάστηκε να γκρεμίσω ούτε τούβλο. Αυτό που μου κάνει μεγαλύτερη εντύπωση είναι, μα καλά… δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί ήμουν κλεισμένος; Αυτή η αλαζονεία σου ελεύθερε κι ανόητε, με κάνει έξαλλο. Ανεβάζω θερμοκρασία και σε καίω. Γιατί; Γιατί ήρθες και μου χάλασες τη βολή μου. Μου πήρες ο,τι είχα και δεν είχα. Την άγνοια μου, την πέτρινη ασφάλεια μου, τα δεσμά μου, το περιορισμένο όραμα μου. Ήθελες να με κάνεις σαν εσένα. Εμένα, τον άσχημο απαιδαγώγητο και χοντρόπετσο δράκο. Πώς τολμάς;

Αν μπορούσα να διαβάσω τις σκέψεις των ανθρώπων, κάτι μέσα μου μου λέει πως την στιγμή που το σαγόνι μου θα ακουμπούσε στον ώμο του άλλου για να «κλειδώσει» η αγκαλιά, θα βούιζε ο παραπάνω μονόλογος στο αυτί μου σαν κουνούπι. Η υπεράσπιση του αδικημένου. Το θύμα της άσπλαχνης κοινωνίας, αυτή η μαύρη μοίρα, ο εκδικητικός καβαλάρης που κόβει κεφάλια γιατί μόνο αυτό του έμαθε η ζωή. Πάρ’του τα σπαθιά, βγάλ’του την πανοπλία και παρατήρησε τον σαστισμένο να μην αντέχει τη γύμνια του.  

Και εκεί, σε αυτό ακριβώς το σημείο γίνεται το λάθος…

Τρελαίνεσαι που σε σκεπάζω και σε καλύπτω, με μαχαιρώνεις.                                             Εξοργίζεσαι που σε αγκαλιάζω και με σκοτώνεις. 

Με χειροκροτείς την ώρα της υπόκλισης και μέχρι να σηκωθώ η φλόγα από το στόμα σου με έχει ήδη περικυκλώσει. 

Θα μπορούσε να το λέει και η Χαρούλα άλλωστε: «Οι δικοί μου δράκοι οι πιο σκοτεινοί, είναι αυτοί που ζουν κοντά μου, τους κοιτάζω, τους αγγίζω, τους μιλώ, τους ανοίγω την καρδιά μου».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου